The Sunbeam begins its journey on Earth. It meets the Piano, and soon they become friends. Their friendship brings back the way to love, light, and happiness for the Piano.

A Sunbeam came out the crack of a shutter.  It gave light on a dusty Piano in a locked room of an old, aristocratic house. As soon as the Sunbeam touched the wooden surface, it felt so warm. “Good day, you beautiful! I just left home, the sun. I am traveling the world for the first time, and I am so happy to meet you! I am curious to learn a lot before I get lost in the dark. And I’m thinking of starting with you, my first friend I met. What is your name? How are you doing?”

I’m an old, wooden, and pretty good Piano. I have been living in this mansion house for over a hundred years. I make a good sound. Whoever knows how to play music can create enchanting and moving sounds with me.”

“Oh, I know what music is even though I have never listened to the piano. In the sun where I used to live,  thousands of explosions take place every day. They look like beautiful fireworks, but at the same time, they make magical sounds. We call them music. We have even found ways to control that sound making it more and more exciting. “

“Very interesting what you are telling me. I did not know. Only…” Then the Piano hesitated. “I have been silent for many years. No one is playing music with me. I live in this mansion full of rooms, and those who have inherited it do not use the whole building.

So I happen to live in one of the closed rooms, and I feel alone. The house used to be full of life. The whole family played music and sang all day long. As you can see, I have wheels under my feet. Some nights in the summer they would take me out in the garden and then you could enjoy the best celebrations! All the people danced, sang, played music or talked. That was life. “On the one hand, I sometimes complained back then. (I would become so tired). But now, loneliness is much more difficult.”

The Sunbeam listened to the words of the Piano and sympathized with it. It wanted to find a way to help. So with some effort and luck, the miracle happened. The Sunbeam knew the Wind and one day asked him to blow. But, not on an ordinary day. The Wind would have to blow on the most special day of the year. All relatives and friends would gather for the most joyful celebration of the family. The couple (who were living in the house) would engage their daughter. They would prepare and lay everything in the garden for the fiesta. Then, a strong wind would come, lifting everything in its path. So it happened. Everyone worried that they would have to cancel the event. Thus, they all hurried to save the day. They gathered tables, chairs, flowers, ornaments, and food. And they thought they should have to celebrate indoors. But how could all these people fit in there?

The family managed to find a solution. They decided to open the large living room- ballroom, which they hadn’t used for years. Yes, these spaces could accommodate this great event, for sure. With some hurry, everything would be on time. And indeed it was. They opened the heavy shutters, the curtains, and the large living room was full of light. They set the tables there, brought the chairs, and decorated the space. Everything was beautiful and even better than before. When the guests and the couple arrived, then see! There was an atmosphere of love and joy. Everyone enjoyed their meal, chatted, and admired the young couple.

When they finished their meal, a little girl stood up in the front. She took a slow step to the Piano. A moving, bittersweet sound came out of the Piano and filled the space. What a pleasant surprise! And a gift for the couple. Music was the ingredient that was missing from this festive day.

 After that day, the Piano never felt alone again. The young couple loved it and made it part of their lives.

One night the husband composed a song that everyone loved. He named it Sunbeam.

So the two friends, the Piano, and Sunbeam stayed alive and together forever. (And no one knew that Sunbeam saved the Piano. Nor that the Piano transformed Sunbeam into music).

Time for play and creativity

In our story, the Piano had to offer a lot and wanted to live around people. But it remained forgotten in a locked room.

  1. Do you have a toy that you love very much?

If so, imagine that this toy is alive.

  1. Write a letter to express your love for it. Tell it in three sentences why you feel lucky to have it.
  2. Describe three beautiful experiences with it in your letter.
  3. When you grow up, you may not want to play with your toys anymore.
  4. What would you like to do with your favorite toy when you no longer need it?

The Piano wanted to be saved but could not find a way. Fortunately, Sunbeam appeared and helped it.

Come to the Piano’s shoes now. Imagine that you want to bring joy to others, but others can not see you. You are invisible to them.

  1. So if you were invisible, like the Piano, what would you do to make yourself visible?
  2. If you had a friend next to you who could see you, would you ask him to help you? What would be the plan?

The Piano made the Sunbeam a song. 

  1. How would you like to thank your friend who helped you? 

Η ηλιαχτίδα και το πιάνο


Η Ηλιαχτίδα ξεκινάει το ταξίδι της στη Γη. Εκεί συναντάει το Πιάνο και σύντομα γίνονται φίλοι. Μέσα από τη φιλία τους φαίνεται πώς η αγάπη φέρνει ξανά ζωή, φως κι ευτυχία στο Πιάνο.

Μία ηλιαχτίδα ξεχύθηκε από τη χαραμάδα ενός παντζουριού. Φώτισε το σκονισμένο πιάνο, στο κλειστό δωμάτιο ενός μεγάλου, αρχοντικού σπιτιού. Μόλις άγγιξε την ξύλινη επιφάνεια του πιάνου ένιωσε τόσο όμορφα, τόσο ζεστά. Καλημέρισε το πιάνο κι είπε με χαρά και θέρμη. ” Καλή σου μέρα φίλε μου! Μόλις έφυγα από το σπίτι μου, τον ήλιο. Ταξιδεύω στον κόσμο για πρώτη φορά και χαίρομαι τόσο πολύ που σε συναντάω! Δε γνωρίζω τίποτα για τον κόσμο αλλά είμαι πολύ περίεργη να τον γνωρίσω πριν χαθώ στο σκοτάδι. Και σκέφτομαι να ξεκινήσω από εσένα τον πρώτο μου φίλο που συνάντησα. Πώς είναι το όνομα σου; Τι κάνεις”; 

” Είμαι ένα πιάνο. Ένα παλιό, ξύλινο κι αρκετά καλό πιάνο. Μένω εδώ σε αυτό το παλιό σπίτι πολλά χρόνια τώρα, πάνω από εκατό. Βγάζω υπέροχο ήχο κι όποιος ξέρει ή θέλει να ασχοληθεί μαζί μου , δημιουργεί μαγευτική μουσική που ταξιδεύει και συγκινεί στο πέρασμά της. “

“Α, ξέρω τι είναι μουσική παρόλο που δεν έχω ακούσει ποτέ μου πιάνο. Στον ήλιο που μένουμε κάθε μέρα γίνονται χιλιάδες εκρήξεις σαν πυροτεχνήματα όμορφες να τις κοιτάς, αλλά ταυτόχρονα βγάζουν ήχους μαγικούς που εμείς τις λέμε μουσική και μάλιστα έχουμε μάθει να κινούμαστε με τρόπο που να ελέγχουμε τον ήχο αυτό και να γίνεται όλο και πιο συναρπαστικός”. 

“Πολύ ενδιαφέρον αυτό που μου λες. Δεν το γνώριζα, μόνο που.. δίστασε το πιάνο, είμαι κλεισμένο τα τελευταία χρόνια και κανείς δεν ασχολείται μαζί μου. Μένω σε αυτό το αρχοντικό σπίτι που είναι γεμάτο δωμάτια και αυτοί που το κατοικούν δεν το χρησιμοποιούν ολόκληρο. Έτσι εγώ, τυχαίνει να μένω σε ένα από τα κλειστά δωμάτια και νιώθω μόνο μου. Παλιά το σπίτι ήταν γεμάτο ζωή, παιδιά, γονείς, παππούδες έπαιζαν μουσική όλη μέρα και τραγουδούσαν. Όπως βλέπεις έχω ρόδες κάτω στα πόδια μου. Μερικά βράδια το καλοκαίρι με έβγαζαν έξω στον κήπο και τότε να δεις διασκέδαση και χορός! Ερχόντουσαν οι φίλοι και οι συγγενείς της οικογένειας, κάποιοι μουσικοί που έπαιζαν άλλα μουσικά όργανα. Εμείς η ορχήστρα παίζαμε ζωηρά, κι οι άλλοι χόρευαν, τραγουδούσαν ή απλώς απολάμβαναν τη στιγμή. Αυτή ήταν ζωή! Από τη μία παραπονιόμουν, κάποιες φορές από την κούραση, ότι θα με ξεκουρδίσουν καμιά ώρα, αλλά τώρα από την άλλη είναι πολύ πιο δύσκολη η μοναξιά”. 

Η ηλιαχτίδα άκουγε με μεγάλη προσοχή τα λόγια του πιάνου και το συμπόνεσε. Ήθελε να βρει έναν τρόπο να το βοηθήσει. Και να που η προσπάθεια και η τύχη έκαναν το θαύμα τους. Το φως γνώριζε τον άνεμο και ζήτησε μία μέρα από αυτόν να φυσήξει με όλη του τη δύναμη. Όμως δεν το ζήτησε αυτό μία τυχαία μέρα. Ήθελε να φυσήξει την πιο ξεχωριστή μέρα του χρόνου, εκείνη που όλοι οι συγγενείς και φίλοι θα μαζευόντουσαν για την πιο χαρμόσυνη γιορτή της οικογένειας.  Τη στιγμή που οι γονείς θα  αρραβώνιαζαν την κόρη τους. Κι ενώ είχαν ετοιμάσει και στρώσει τα πάντα έξω στον κήπο άρχισε από σιγά σιγά να έρχεται ένας δυνατός αέρας που σήκωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Όλοι ανησύχησαν ότι θα τους χαλούσε το τραπέζι. Γρήγορα- γρήγορα έτρεξαν οι παρευρισκόμενοι με όλη τους τη δύναμη για να προλάβουν να σώσουν την τόσο σημαντική μέρα. Μάζεψαν, τραπέζια, καρέκλες, λουλούδια, στολίδια, φαγητά, όπως όπως και τα άπλωσαν στο μεγάλο σαλόνι. Πώς όμως θα χωρούσε όλος αυτός ο κόσμος εκεί; Να, που και πάλι βρέθηκε η λύση. Σκέφτηκαν να ανοίξουν το μεγάλο σαλόνι που είχαν χρόνια να το χρησιμοποιήσουν.. Ναι, το πιο μεγάλο σαλόνι μαζί με τον ενιαίο χώρο της τραπεζαρίας θα μπορούσαν κάλλιστα να φιλοξενήσουν αυτό το σπουδαίο γεγονός. Με λίγο τρέξιμο, θα κατάφερναν να τα προλάβουν όλα. Και πράγματι έτσι κι έγινε. Άνοιξαν  τα βαριά παντζούρια, τράβηξαν  τις κουρτίνες και το μεγάλο σαλόνι γέμισε με φως. Έστρωσαν εκεί τα τραπέζια, έφεραν τις καρέκλες, στόλισαν το χώρο. Όλα ήταν υπέροχα κι ακόμα πιο ωραία κι από έξω στον κήπο, που ήταν στημένα νωρίτερα. Όταν μάλιστα άρχισε να έρχεται κόσμος κι εμφανίστηκε και το ζευγάρι τότε να δεις! Γέμισε με αγάπη και χαρά όλος ο χώρος.  Έφαγαν, ήπιαν, συνομίλησαν και θαύμασαν το νέο ζευγάρι. 

Αφού τελείωσε το φαγοπότι ένα κοριτσάκι σηκώθηκε όρθιο μπροστά και το είδαν όλοι. Προχώρησε με αργό βήμα και πήγε και κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει ένα τραγούδι- πολύ συγκινητικό, γλυκό και μελαγχολικό μαζί. Όλοι μαγεύτηκαν, μερικοί δάκρυσαν. Ήταν μία ευχάριστη έκπληξη κι ένα υπέροχο δώρο για τη βραδιά.  Ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε από εκείνη τη γιορτινή μέρα. Η μουσική, που ξεκλείδωνε συναισθήματα. Οι καλεσμένοι είχαν φορέσει τα καλά τους ρούχα, το σπίτι ήταν στολισμένο γεμάτο χρώματα, μυρωδιές , νόστιμα φαγητά, ποτά και όμορφα λουλούδια αλλά μαζί με τη μουσική όλα συμπληρώθηκαν, μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. 

Το ζευγάρι που θα κατοικούσε σε εκείνο το σπίτι ανακάλυψε κι εκείνο ένα κομμάτι του που έλειπε. Ήξερε ότι το πιάνο αυτό θα τους ενώσει με νέους αόρατους δεσμούς.

Η μουσική του θα ήταν η παρηγοριά τους στις δύσκολες στιγμές, και θα συμπλήρωνε τη χαρά τους στις όμορφες στιγμές. Αυτή η μουσική που τους ένωσε τους τη χάρισε αυτό το μικρό παιδί που κάθισε στο πιάνο, και ο δυνατός άνεμος που τους άλλαξε τα σχέδια.

 Μετά από αυτή τη μέρα, το πιάνο δεν ένιωσε ποτέ ξανά μόνο του . Και  η ηλιαχτίδα ήταν ευτυχισμένη γιατί χάρισε φως στη ζωή του φίλου της. 

Όμως το πιάνο που είχε αγαπήσει την ηλιαχτίδα, ήθελε να την κρατήσει ζωντανή για πάντα. Έτσι, ένα βράδυ φύσηξε τον αέρα της έμπνευσης στον άντρα του ζευγαριού, κι εκείνος κάθισε στο πιάνο και συνέθεσε αυθόρμητα ένα υπέροχο μουσικό κομμάτι. Το ονόμασε ηλιαχτίδα και όλοι όσοι το άκουσαν το αγκάλιασαν γιατί είχε πολύ αγάπη και συναίσθημα. Κι από τότε η ηλιαχτίδα μεταμορφώθηκε σε μουσική κι παραμένοντας αθάνατη δίπλα στο φίλο της το πιάνο.

Ώρα για παιχνίδι και σκέψη.

Στην ιστορία μας το πιάνο είχε να δώσει και να ζήσει πολλά. Όμως παρέμενε  ξεχασμένο σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο. 

  1. Εσύ έχεις κάποιο παιχνίδι που το αγαπάς πολύ;

Αν ναι, φαντάσου ότι αυτό το παιχνίδι έχει ζωή. 

  1. Γράψε του ένα γράμμα για να εκφράσεις την αγάπη σου απέναντί του. Πες του 3 λόγους που νιώθεις τυχερός που το έχεις. 
  2. Περιέγραψε τρεις όμορφες εμπειρίες που έχετε ζήσει μαζί στο γράμμα σου.

Κάποια στιγμή θα μεγαλώσεις   και μπορεί να μη θέλεις να παίζεις πια με τα παιχνίδια σου

  1. Τι θα ήθελες να κάνεις το αγαπημένο σου παιχνίδι όταν εσύ δε θα το χρειάζεσαι πια; 

Το πιάνο ήθελε να σωθεί αλλά δεν έβρισκε τον τρόπο. Ευτυχώς μια ηλιαχτίδα εμφανίστηκε και του έδωσε ξανά φως. 

Έλα τώρα στη θέση του πιάνου. Σκέψου ότι είσαι πολύ καλός στο να δίνεις χαρά στους άλλους και στον εαυτό σου αλλά οι άλλοι δεν μπορούν να σε δουν. Είσαι αόρατος σε αυτούς. 

  1. Αν ήσουν αόρατος λοιπόν, όπως το πιάνο, τι θα έκανες για να μπορέσουν να σε δουν ξανά; 
  2. Αν είχες ένα φίλο δίπλα σου που μπορούσε να σε δει,  θα του ζητούσες να σε βοηθήσει; Ποιο θα ήταν το σχέδιό που θα ακολουθούσατε;

Το πιάνο έκανε τραγούδι την ηλιαχτίδα για να την κρατήσει ζωντανή στις καρδιές όλων.

  1. Εσύ πώς θα ήθελες να ευχαριστήσεις το φίλο σου που σε βοήθησε;